ΤΟ ΚΥΜΒΑΛΟ: μοναδικό όργανο με αποσιωποιημένη ιστορία

korkovelos-0023ΤΟ ΚΥΜΒΑΛΟ: ένα μοναδικό όργανο με αποσιωποιημένη ιστορία
γράφει ο Κλέαρχος Κορκόβελος.
     To κύμβαλο  είναι ένα όργανο σχήματος τραπεζίου, πάνω στο οποίο τεντώνονται 95 έως και 120 μεταλλικές χορδές (ορειχάλκινες και ατσάλινες), χορδισμένες  σε  τριάδες και τετράδες. Στο δεξί μπαλκόνι είναι βιδωμένα ατσάλινα κλειδιά απ΄όπου κουρδίζεται το όργανο, ενώ στο αριστερό βρίσκονται καρφωμένα τα καρφιά , στα οποία δένονται με ειδική θηλιά οι χορδές.  Όπως και το συγγενικό του σαντούρι, έχει  δύο βασικές γέφυρες (καβαλλάρηδες) τοποθετημένους πάνω στην αρμονική τράπεζα (καπάκι) του ηχείου.  Πάνω σ΄αυτούς ακουμπούν οι χορδές, κι έτσι χωρίζονται στα διάφορα παλλόμενα μήκη, που ορίζουν τον κάθε φθόγγο.  Η μουσική του έκταση είναι 3 ½  - 4 ½  οκτάβες. Κύμβαλα υπάρχουν μικρά (φορητά), μεσαία και μεγάλα (με βιδωτά πόδια και πεντάλ).
 To πρώτο όργανο με πεντάλ κατασκευάστηκε από τον Σλοβάκο οργανοποιό J.V.Schunda  στη Βουδαπέστη, το 1874.  Χορδίζεται ακριβώς όπως και το μικρό κύμβαλο, με μία οκτάβα επιπλέον στην κόντρα μπάσα περιοχή.  Δεξιά κι αριστερά υπάρχουν δύο ξύλινοι αποσιωπητήρες (με χοντρή τσόχα στην κάτω τους πλευρά), στερεωμένοι στα μπαλκόνια με μεταλλικά ελάσματα.   Ανεβοκατεβαίνουν με το πάτημα του πεντάλ και υποχρεώνουν τις χορδές, όταν τις ακουμπήσουν, να πάψουν να πάλλωνται, τις φιμώνουν.   Παίζεται με δύο ειδικά κατασκευασμένες ξύλινες μπαγκέτες,  καλυμμένες στην άκρη με βαμβάκι.
korkovelos-0024  Το μικρό όργανο παίζεται τοποθετημένο είτε στα πόδια του εκτελεστή, είτε σε τραπέζι, είτε σε ειδική βάση  ή ακόμα κρεμασμένο από το λαιμό του παίκτη με ιμάντα (όταν παίζει  σε πατινάδες).    Στην Ελλάδα, το βρίσκουμε στην ανατολική Στερεά Ελλάδα,  ειδικότερα στην περιοχή της Λιβαδειάς αλλά και στη Θεσσαλία και την Ήπειρο.        
Η λέξη κύμβαλο  ετυμολογείται από την αρχαία ελληνική λέξη  κύμβη, που προέρχεται   από το ρήμα κύω  (κοιλαίνω, δίνω καμπυλωτό σχήμα) και το ρήμα  βάλλω που σημαίνει κτυπώ. Τα κύμβαλα, ήταν στην αρχαιότητα οι κοίλοι κυκλικοί χάλκινοι δίσκοι που κρούονταν μεταξύ τους (ζίλια).   Στο Μεσαίωνα, η λέξη cimbalom δήλωνε  τους κώδωνες των καμπαναριών των εκκλησιών, που σχημάτιζαν κωδωνοστοιχία. Κάθε ένας απ΄αυτούς είχε μια τονικότητα κι έτσι κατά την κρούση παράγονταν μελωδίες. Υπάρχουν μεσαιωνικά συγγράμματα που αναφέρονται και δίνουν οδηγίες για  το συντονισμό των κυμβάλων(καμπανών) των κωδωνοστασίων αυτών1.   Από μια εποχή και ύστερα,  η αρχαία σημασία του ιδιοφώνου κυμβάλου άρχισε να αντικαθίσταται με την έννοια του κώδωνος.  Το όνομα χρησιμοποιήθηκε μεταφορικά για να δηλώσει την ομοιότητα του ήχου του κρουστού ψαλτηρίου (εγχόρδου) με τον ήχο της καμπάνας, που είναι γλυκός και αντηχεί. Γραπτή μαρτυρία για την ύπαρξη του οργάνου αυτού βρίσκεται σε  ρουμάνικο έγγραφο του 1546.  
    Διαδόθηκε στα αστικά κέντρα της Ρουμανίας στα χρόνια των Φαναριωτών ηγεμόνων και συγκεκριμένα από την αυλή του ηγεμόνα Αλέξανδρου Υψηλάντη (1726 – 1806).
   Το κύμβαλο  έχει  μεγάλη παρουσία στην ελληνική δημοτική και λαϊκή μουσική από τον 18ο αι.  Κάνει την εμφάνισή του στην πρώτη περίοδο της ελληνικής δισκογραφίας.  Σημειώνουμε ότι η αρχή της ελληνικής δισκογραφίας έγινε στην Ν. Υόρκη το 1896 από τον τραγουδιστή Μιχάλη Αραχτιντζή, ο οποίος φωνογραφεί 8 τραγούδια σε δίσκους μίας όψης, οι μήτρες  αυτές δεν έχουν ως τα σήμερα βρεθεί.  Από το 1905 έως το 1912 γίνονται φωνογραφήσεις ελληνικών τραγουδιών στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα. Σε αυτή ακριβώς την περίοδο εντοπίζουμε την  παρουσία του οργάνου. Σε ετικέτες δίσκων με τραγούδια ηχογραφημένα στη Σμύρνη από ξένες εταιρείες , αναφέρεται το κύμβαλο (“cymbal”).  Παραδείγματα τέτοιων ηχογραφήσεων είναι ο «μινόρε μανές» και ο «μανές της καληνυχτιάς»,  ηχογραφημένοι από τον τραγουδιστή Γ. Τσανάκα γύρω στα 1910, ο μανές «τζιβαέρι» επίσης από τον Γιώργο Τσανάκα και το τραγούδι «αχ μελαχροινό μου», ηχογραφημένο από τον τραγουδιστή «Λευτέρη» (Ελευθέριο Μενεμενλή) στις 10 Φεβρουαρίου του 1911.
    Την ίδια περίοδο, από το 1911 και εξής, Έλληνες μετανάστες στις Η.Π.Α, τραγουδιστές και μουσικοί, ηχογραφούν για αμερικανικές εταιρείες. Ανάμεσα στους Έλληνες μουσικούς που μεταναστεύουν  τα χρόνια αυτά, ξεχωρίζουν πολλοί παίκτες σαντουριού αλλά και πολλοί ταλαντούχοι κυμβαλίστες. Από τους πρώτους που ηχογραφούν είναι ο Κώστας Παπαγκίκας, που αρχίζει να ηχογραφεί από το 1916, κατάγεται από τη Βοιωτία και είναι σύζυγος της φημισμένης τραγουδίστριας Μαρίκας Παπαγκίκα. Η σύνθεση της ορχήστρας Παπαγκίκα είναι μικρό κύμβαλο, τσέλο και βιολί ή κλαρίνο. Ακολουθεί ο δεξιοτέχνης και συνθέτης Σπύρος Στάμου, γεννημένος στην Αράχωβα, ο οποίος και ιδρύει μαζί με το βιολιστή Γεώργιο Γκρέτση μια από τις πρώτες Ελληνικές δισκογραφικές εταιρείες στην Αμερική , την GREEK RECORD COMPANY,  αρχίζει να δισκογραφεί από το 1924.   Άλλοι μεγάλοι κυμβαλίστες της Αμερικής σε αυτή την περίοδο ήταν ο Μάνος Ζερβέλης και ο Ανδριώτης Φραγκίσκος Γαζής ( ο οποίος ηχογράφησε και έναν δίσκο LP σε μεγάλη πιά ηλικία, γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1960).
  Στην Ελλάδα, το όργανο έχει παρουσία στη δισκογραφία κυρίως από τις εκτελέσεις του Γιάννη Χωραφά ή «Λιβαδείτη», και του διάσημου τραγουδιστή και κυμβαλίστα (και όχι σαντουριέρη όπως έχει αρκετές φορές λανθασμένα αναφερθεί) Δημήτρη Καλλίνικου ή Αραπάκη.  Από το 1921, χρονιά από την οποία αρχίζει  να αντιπροσωπεύεται στην Ελλάδα η HIS MASTERS’ VOICE, στις περισσότερες ηχογραφήσεις δίσκων 78 στροφών εντοπίζουμε ορχήστρες με κλαρίνο ή βιολί με τη συνοδεία μικρού ή μεγάλου κυμβάλου. Παράδειγμα είναι ο korkovelos-0024«Μεμέτης» , ηχογραφημένος το 1931 στην Αθήνα από τον Δημήτρη Αραπάκη με συνοδεία και εισαγωγικό ταξίμι  από τον Γιάννη Λιβαδείτη. Δείγμα της δεξιοτεχνίας του τραγουδιστή Αραπάκη στο κύμβαλο αποτελεί ένα εκπληκτικό «ορχηστρικό» ηχογραφημένο γύρω στα 1924, στο οποίο παίζει  μαζί με τον Δημήτρη Σέμση στο βιολί και τον Δημήτρη Κυριακίδη στο ούτι. Αλλά και σε πάρα πολλούς άλλους δίσκους τραγουδιστών και μουσικών όπως οι Κώστας Μαρσέλος ή «Νούρος»,   Ευάγγελος Σοφρωνίου,  Αντώνης Διαμαντίδης ή «Νταλγκάς» αλλά  και οι κλαρινίστες Κώστας Καργιάννης, Νικήτας Κωτσόπουλος και Γιάννης Κυριακάτης  είναι ευδιάκριτο το ιδιαίτερο ηχόχρωμα και ο ρυθμικός και αρμονικός τρόπος συνοδείας της ορχήστρας από το κύμβαλο, παιγμένο από πολλούς άλλους μουσικούς, των οποίων τα ονόματα δεν αναγράφονταν στις ετικέτες των δίσκων.
    Πολύ αργότερα από αυτή την εποχή, στη δεκαετία του 1960,  μετά την πλήρη αστικοποίηση της υπαίθρου, την οριστική αλλοίωση της δημοτικής μουσικής από την εισβολή των ηλεκτρικών οργάνων και την πλήρη εξαφάνιση του  σμυρναίϊκου μουσικού πλούτου, αρχίζει να προβάλλεται το σαντούρι, το οποίο κατά κάποιο τρόπο υποκαθιστά το κύμβαλο.  Μεσουρανούν δύο καλλιτέχνες, ο Τάσος Διακογιώργης και ο Αριστείδης Μόσχος. Ο Μόσχος, μέσω της στήριξης που του παρείχαν οι κυβερνήσεις  μέσω επαφών του (όπως λ.χ. με τον Μάνο Χατζηδάκι), κατορθώνει να προβάλλεται μονόπλευρα και συστηματικά και ιδρύει μια σχολή σαντουριού…
    Από την εποχή αυτή και έπειτα, το κύμβαλο έζησε μέσα από τις ηχογραφήσεις και τις ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές του Νίκου Καρατάσου, μουσικού γεννημένου το 1931 στον Πειραιά. Έχουμε ακόμα δισκογραφία και ηχογραφήσεις από τον Αλέκο Γκαραβέλη (1914 – 2001), ο οποίος γύρω στα 1980  ηχογραφεί έναν τελευταίο δίσκο με δημοτικά τραγούδια μαζί με τον Κώστα Ρούκουνα, καθώς και από τον κλαρινίστα και παίκτη κυμβάλου Βασίλη Σούκα.
    Από το 1970 και έπειτα, περίοδο μιάς «νέας ανακάλυψης της παράδοσης», άπειρα λάθη και ανακρίβειες  διατυπώνονται και υποστηρίζονται από ειδήμονες, συλλέκτες, «ειδικούς», μουσικολόγους και μουσικούς αλλά και δήθεν ερευνητές σε σχέση με το όργανο που λέγεται κύμβαλο.  Πριν λίγο καιρό, ο γνώστης  περί των εθνομουσικολογικών κύριος Σωτήρης Μπέκας, δεν δίστασε να θολώσει τα νερά  ισχυριζόμενος στο διαδίκτυο ότι ο Καρατάσος, αλλά και ο επιφανής Έλληνας εθνομουσικολόγος και κυμβαλίστας, (μαθητής του Σπύρου Στάμου), Σωτήρης Τσιάνης, παίζουν «σαντούρι»!  
    Kαι όμως, η αλήθεια είναι μία και λάμπει:  πάνω από εκατό χρόνια λαμπρής μουσικής  ιστορίας δεν ζυγίζονται με τριάντα ταπεινά χρόνια σκοταδισμού, ψεύδους, μικρότητας και νεοελληνικής γελοίας κουτοπονηριάς. Για να μην πούμε γραικυλισμού…

1.  J. SMITHS Van WAESBERGHE, Cymbala (bells in the Middle Ages), περ. Musicological Stydies and Documents, vol.I (Rome: American Institut of Musicology, Tempo Music Publications, 1951.

Share

Radio GreekSound Live

radio 200
Δεύτερο Πρόγραμμα

 

Facebook

Twitter

Ελληνική Μουσική και Όργανα

Νταούλι

Νταούλι

Ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα Μεμβρανόφωνα Νταούλι Γνωστό ήδη από τους...

Δελτία ενημέρωσης

Εγγραφείτε στην λίστα ενημέρωσης στην ιστοσελίδα www.mousikorama.gr μείνετε ενημερώμενοι για τα μουσικά νέα, συνεντεύξεις και μουσικά άρθρα.

Radio Greek Sound Live

Radio Greek Sound Νέα

Μιχάλης Βιολάρης Επίσημη ιστοσελίδα