Συνεντεύξεις στο "Μουσικόραμα"
Ο μουσικός και ο δάσκαλος Ευαγόρας Καραγιώργης Συνέντευξη στον Κώστα Σωτηρόπουλο.
Τον Ευαγόρα Καραγιώργη και το νέο του δίσκο που τιτλοφορείται "ΣΑΝ ΕΤΟΙΜΟΣ ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ" φιλοξενούμε στο Μουσικόραμα
δέος μαθητή. Το προαίσθημά μου για την ποιότητά του επαληθεύτηκε πανηγυρικά, όταν μετά από λίγα χρόνια έγραψε το «Όνειρο» που τραγουδήσαμε όλοι. Από τότε κυκλοφόρησε τρεις δίσκους: «Το παλιό λαούτο» (1994), σε ποίηση Δ. Λιπέρτη, Μ. Πασιαρδή και του ιδίου, τους «Τόπους σε χρώμα λουλακί» (1998), σε στίχους του ιδίου, της Α. Χάβαρου και του Δ. Καραγιώργη, που περιείχε το περίφημο «Εκατό λογιών τόποι», το οποίο έγινε τραγούδι ύμνος για τα κατεχόμενα χωριά της Κύπρου, καθώς και το «Με δίχως τ’ ανοικτάριν» (2006), σε συνεργασία με τον κοντραμπασίστα Ειρηναίο Κουλλουρά. Ενδιάμεσα, το 2000, συμμετείχε στον ψηφιακό δίσκο «Το Χρονικό του Λεόντιου Μαχαιρά», σε στίχους Μ. Πιερή, συνεργαζόμενος με τον Κρητικό λυράρη Ψαραντώνη. Από το 1990 έγραψε μουσική για πολλές θεατρικές παραστάσεις του ΘΟΚ, της ΕΘΑΛ, του Σατιρικού και του ΘΕΠΑΚ, αλλά και έργα για κλασικά σύνολα, όπως η Κρατική Ορχήστρα Κύπρου και άλλα μικρότερα. Έργο μεστό, στο όποιο έρχεται να προστεθεί η έκδοση του «Σαν έτοιμος από καιρό», για φωνή και πιάνο, με μελοποιημένη ποίηση Καβάφη, Δροσίνη, Πασιαρδή, Πιερή και του ιδίου.
Φυσικά, ο νέος δίσκος ήταν μόνο η αφορμή για την κουβέντα μας.
Σαν έτοιμος από καιρό, αλλά και διαφορετικός, από τον Ευαγόρα που γνωρίζαμε μέχρι τώρα τουλάχιστον στη δισκογραφία.
Συνέντευξη του Ευαγόρα Καραγιώργη από τον Κώστα Σωτηρόπουλο
Ευαγόρας: Οι τρεις δίσκοι που έκανα μέχρι τώρα ήταν ιδιωματικοί, με την έννοια ότι κυριαρχούσαν κυπριακοί στίχοι, κλίμακες και ρυθμοί. Αυτή η δουλειά είναι όντως διαφορετική, αλλά είναι και παλιά, γιατί από αυτό το μουσικό ύφος ξεκίνησα και το άφησα στην πορεία, για να ασχοληθώ με το κυπριακό τραγούδι. Ίσως να είναι μια ενδόμυχη επιθυμία να κατευθυνθώ ξανά προς άλλα δημιουργικά πεδία.
Κώστας: Όταν ξεκίνησες, δηλαδή πότε;
Ευαγόρας: Το 1976, που τελείωνα το λύκειο στη Λευκωσία, μελοποίησα την «Αγία Τράπεζα» του
Κώστας: Τι είναι το «μονοστινάτι»;
Ευαγόρας: Είναι μία επαναλαμβανόμενη μουσική ιδέα (οστινάτο) στο αριστερό χέρι του πιανίστα. Αυτό που αναγνωρίζει ο κόσμος ως μοτίβο. Αλλά υπάρχουν κτισμένα πάνω στο μοτίβο μελωδικά θέματα που ερμηνεύει το δεξί χέρι και στις δικές μου συνθέσεις αγγίζουν ακόμα και την παράδοση.
Κώστας: Θα έλεγες ότι η ενασχόλησή σου τα τελευταία χρόνια με την Επαρχιακή Ορχήστρα Σχολείων Λευκωσίας είναι μια επιστροφή αξιοποίησης των κλασικών σπουδών σου;
Ευαγόρας: Ένιωθα ως ηθική υποχρέωση να αξιοποιήσω κάποια στιγμή αυτά που έμαθα δουλεύοντας μαζί με τα παιδιά σε ένα πιο επαγγελματικό επίπεδο. Ερχόμενος στην Κύπρο, μετά τις σπουδές μου, είχα πρώτα απ’ όλα την αγωνία να μπορέσω να ανταποκριθώ σωστά στην εκπαιδευτική διαδικασία. Μετά ήρθε η ξαφνική επιτυχία με το «Αχ Κερύνεια μάνα μου» (Το Όνειρο) και όλα τα άλλα στον χώρο της δημιουργίας θάφτηκαν. Το 2000 έγραψα ένα έργο για την Κρατική Ορχήστρα, βασισμένο σε έναν πίνακα του Διαμαντή. Εκτός από τους μουσικούς που το ερμήνευσαν, αμφιβάλω αν το πήρε είδηση κανένας άλλος.
Κώστας: Το «Όνειρο» επισκίασε το υπόλοιπο έργο σου;
Ευαγόρας: Απ’ ό,τι φαίνεται έτσι έγινε, γιατί μέχρι σήμερα με αυτό το τραγούδι με έχει ταυτισμένο ο πολύς κόσμος. Μερικές φορές και εγώ ακόμη καθηλώνομαι, όταν κάποιος πατέρας που με αναγνωρίζει, γυρνώντας στον δεκάχρονο γιο του, λέει: «Ξέρεις ποιος είναι αυτός; Έχει γράψει το Αχ Κερύνεια μάνα μου». Και το δεκάχρονο ξέρει για ποιο τραγούδι του μιλάει. Μετά από τόσα χρόνια που φτιάχτηκε, είναι εντυπωσιακό ότι ακόμη το μαθαίνουν τα παιδιά.
Κώστας: Έχει γίνει ύμνος. Το μαθαίνουν στα δημοτικά σχολεία. Αλλά εκτός από το θέμα της Κερύνειας, η καθ’ αυτό μελωδία περιέχει κάτι που γοητεύει και το κάνει να περνάει εύκολα. Έχεις αναλύσει το γιατί;
Ευαγόρας: Είναι γνωστό πως το τραγούδι πρώτευσε στον Πρώτο Διαγωνισμό Σύνθεσης Κυπριακού Τραγουδιού που είχε προκηρύξει το Τρίτο Πρόγραμμα του ΡΙΚ και ήταν μια έμπνευση του συνθέτη και του τότε υπευθύνου του Τρίτου,
Κώστας: Δηλαδή η μελωδική γραμμή του έχει την ευλογία της παράδοσης.
Ευαγόρας: Έτσι είναι. Πιστεύω ότι αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που διαδόθηκε τόσο εύκολα αυτό το κομμάτι.
Κώστας: Η ενασχόλησή σου με τη μουσική πότε ξεκίνησε;
Ευαγόρας: Στο σπίτι μου, στην Τσάδα, μεγάλωνα ακούγοντας συνεχώς μουσική από τα μεγαλύτερα αδέρφια μου, τον Σωτήρη και τον Στέλιο και από τον πατέρα μου που έπαιζε λαούτο. Έτσι άρχισα κι εγώ με μια κιθάρα. Ήμουν 15 χρονών, όταν το ’73, βλέποντας στην τηλεόραση τον Σταύρο Ξαρχάκο να διευθύνει και τον Νίκο Ξυλούρη να τραγουδάει το «Έβαλε ο θεός σημάδι», θυμάμαι ότι είπα στον εαυτό μου: «Θα ήθελα και εγώ να διευθύνω μια ορχήστρα σαν τον Ξαρχάκο». Τον Σεπτέμβρη του ’74, μετά την εισβολή, ήρθα στη Λευκωσία, στη Β’ Λυκείου της Τεχνικής Σχολής, αγκαλιά με την κιθάρα μου.
Κώστας: Ποιοι συνθέτες ήταν τα πρότυπα εκείνης της εποχής;
Ευαγόρας: Ο Γιώργος Κοτσώνης και ο Νάσος Παναγιώτου με τα πατριωτικά τους, αλλά και ο Στέλιος Αργύρης που είχε γράψει μερικά πολύ ωραία κομμάτια. Από την Ελλάδα, ο Μίκης Θεοδωράκης με τον Μάνο Λοΐζο. Ούτε η κυπριακή παράδοση ούτε μουσικές σαν του Μάνου Χατζιδάκι με ενδιέφεραν τότε. Ήταν η ατμόσφαιρα πολύ φορτισμένη από τον θυμό για την καταστροφή που είχε γίνει. Συμμετείχαμε συνεχώς, τραγουδώντας, σε διαδηλώσεις εμπρός στην Αμερικάνικη πρεσβεία και τη βιβλιοθήκη και σε ολονυχτίες στο Χίλτον.
Κώστας: Έγραψες τραγούδια, με αφορμή αυτά που ζούσες;
Ευαγόρας: Με αφορμή τον χαμό του Πανίκου Δημητρίου, που σκότωσαν οι Άγγλοι κατά τη διαδήλωση στη βάση Επισκοπής, έγραψα ένα τραγούδι, βασισμένο σε στίχους που είχα διαβάσει σε μια εφημερίδα. Ήταν σε ύφος Κοτσώνη. Όπως και ένα άλλο, το ’76, σε ποίημα της Ιάνθης Θεοχαρίδου, με τίτλο «Εισβολή ’74». Ο αδελφός μου Δανιήλ, που παρακολουθούσε την εξέλιξή μου, επέμενε ότι έπρεπε να σπουδάσω μουσική. Επειδή όμως ήδη σπούδαζε ο Σωτήρης μουσική, δεν έμπαινε θέμα συζήτησης να ακολουθήσω και εγώ τον ίδιο κλάδο. Έτσι, μετά το λύκειο, έμεινα και δούλεψα δίπλα στον πατέρα μου, που ήταν χασάπης. Δεν μπορούσα να αντέξω. Έφυγα και πήγα για έναν χρόνο σε τυπογραφείο στη Πάφο, ενώ παράλληλα δούλευα τα βράδια, τραγουδώντας με τον αδερφό μου τον Σωτήρη. Τότε κάποιος φίλος μου είπε ότι ένας γνωστός του, ο οποίος είχε μια ταβέρνα στο Λουξεμβούργο με την ονομασία «Le Greque», έψαχνε για μουσικούς. Μαζί με τον Στέλιο Γεωργίου που έπαιζε μπουζούκι το σκεφθήκαμε λίγο και αποφασίσαμε να πάμε.
Κώστας: Ακόμη ούτε σκέψη για σπουδές;
Ευαγόρας: Όχι, μόνο όνειρα. Ήταν την περίοδο ’80-’81 που βρέθηκα για εφτά μήνες στο Λουξεμβούργο και εκεί άρχισα να ανιχνεύω κρυφά από την οικογένεια το πώς να σπουδάσω μουσική. Ερεύνησα πρώτα το ενδεχόμενο για το Πανεπιστήμιο Βρυξελλών, αλλά με δυσκόλευε η γλώσσα. Είχα εν τω μεταξύ αλληλογραφία με φίλους συμμαθητές που ήδη σπούδαζαν στη Νέα Υόρκη και όταν θα ξεκίναγε ο αδερφός μου Δημήτρης για να σπουδάσει εκεί, άρπαξα την ευκαιρία. Με πρόφαση ότι θα πήγαινα και εγώ για να τον βοηθήσω, δουλεύοντας ως μουσικός, γράφτηκα στο Queens College. Έτσι, τον Μάιο του 1981 βρέθηκα στη Νέα Υόρκη. Άρχισα με μαθήματα βελτίωσης της γλώσσας, αλλά όταν πρώτη φορά επισκέφθηκα το τμήμα μουσικής, βγαίνοντας έξω, ήξερα πλέον το μέλλον μου.
Κώστας: Σε πήγε γύρω-γύρω η ζωή, στο αρχικό σου όνειρο σε γύρισε.
Ευαγόρας: Ουσιαστικά άρχισα σπουδές Γενάρη του ’82, στα 24 χρόνια μου. Και χωρίς κανένα σοβαρό μουσικό εφόδιο, εκτός από έξι μήνες κιθάρα με έναν δάσκαλο στη Λευκωσία και μια κασέτα με πέντε τραγούδια μου που τους άφησα στη σχολή. Τα άκουσαν και με δέχτηκαν.
Κώστας: Τι ακολούθησε;
Ευαγόρας: Το ’86 ολοκλήρωσα τον πρώτο κύκλο σπουδών, συνέχισα με το μάστερ και άρχισα το διδακτορικό. Όταν ήρθε ο διορισμός μου στην εκπαίδευση το ’89, γύρισα στην Κύπρο, σκεφτόμενος ότι ίσως να επιστρέψω κάποτε να το τελειώσω, κάτι που δεν έγινε ποτέ.
Ευαγόρας: Η επαφή με τα παιδιά ήταν και είναι το μεγάλο ενδιαφέρον της υπόθεσης. Στην αρχή δυσκολεύτηκα να βρω τους τρόπους να επικοινωνήσω μαζί τους. Είχα μάθει μουσική, αλλά όχι πώς να την διδάσκω. Έμαθα γρήγορα ότι το χιούμορ είναι κατ’ αρχήν το πιο ισχυρό όπλο. Μετά έρχεται η εφευρετικότητα του δασκάλου, που πρέπει να ψάχνει κάθε φορά τα κόλπα, για να προκαλεί την προσοχή των εφηβικών μυαλών με πρωτότυπες προσεγγίσεις, καλύπτοντας παράλληλα την ύλη που πρέπει να ανταποκρίνεται σε ένα δεδομένο αναλυτικό πρόγραμμα. Και πάντα χρειάζεται πολλή προετοιμασία, υπομονή και προσπάθεια, για να υπάρξει κάποιο αποτέλεσμα με τα παιδιά. Έμαθα επίσης να προσπαθώ να μην υψώνω τη φωνή μου, όποτε κάποιος μαθητής προκαλεί πρόβλημα ή διαμαρτύρεται για κάτι. Είναι πιο αποδοτικό να παραμένεις ήρεμος, να το συζητάς και να επιχειρηματολογείς.
Κώστας: Ήρθαν στιγμές που αγανάχτησες και σκέφτηκες να τα παρατήσεις;
Ευαγόρας: Ναι, ήρθαν και τέτοιες στιγμές, αλλά ήταν πιο ισχυρό το ότι ήθελα να τα καταφέρω σε αυτήν τη δουλειά. Θυμάμαι ότι πειραματιζόσουν συνεχώς με διδακτικές προσεγγίσεις που περιελάμβαναν ακόμη και λαϊκά μουσικά έργα, κάτι σπάνιο για τότε…
Παίρνει χρόνια να οργανώσεις αποτελεσματικά τέτοια μαθήματα. Για παράδειγμα, ένα από τα πιο ωραία μαθήματα που κάνω τα τελευταία χρόνια είναι το «Μακρύ ζεϊμπέκικο» του Διονύση Σαββόπουλου. Όπως και ο «Σταυρός του Νότου», σε ποίηση Νίκου Καββαδία και μουσική του Θάνου Μικρούτσικου. Και φυσικά Θεοδωράκη, Χατζιδάκι και ρεμπέτικα τραγούδια. Με την εμπειρία αποκτάς την άνεση να τα εντάσσεις στη διαδικασία της διδασκαλίας και να δημιουργείς. Υπήρξαν περιπτώσεις που μαζί με ολόκληρες φουρνιές μαθητών κάναμε πολύ ωραία πράγματα. Όπως στο Λύκειο Ακρόπολης, τα χρόνια μετά το ’95, που στήσαμε σημαντικές εκδηλώσεις, αλλά και δυνατές σχέσεις μεταξύ μας, οι οποίες κρατάνε μέχρι σήμερα που κοντεύουν πλέον τριαντάρηδες.
Κώστας: Τι δυσκολίες αντιμετωπίζεις σήμερα ως δάσκαλος;
Ευαγόρας: Σε κάθε εποχή το δύσκολο είναι να πείσεις ένα μέρος των παιδιών ότι υπάρχει και κάτι άλλο πολύ διαφορετικό από αυτό που είναι της μόδας και ακούνε συνεχώς. Δηλαδή να βρεις τον τρόπο να ανοίξουν τα αυτιά της ψυχής τους και σε άλλες μουσικές εμπειρίες. Στην πραγματικότητα προσπαθείς να προτείνεις κάτι με γοητευτικό τρόπο και όποιος θέλει το δοκιμάζει. Και καλό είναι να ξέρεις από πριν ότι δεν γοητεύονται πάντα όλοι.
Κώστας: Άλλαξαν πράγματα στο μάθημα της μουσικής μέσα σε αυτή την εικοσαετία;
Ευαγόρας: Πολλά. Βγήκαν βιβλία, άλλαξαν αναλυτικά προγράμματα, γίνονται τακτικά πια εκπαιδευτικές εκδηλώσεις και σεμινάρια και κυρίως ήρθαν νέοι συνάδελφοι, με σημαντικές σπουδές και φρέσκες ιδέες. Γενικώς είναι πιο ελεύθερες, αλλά και πιο πολύπλευρες οι προσεγγίσεις του μαθήματος.
Κώστας: Το αρμόδιο υπουργείο δίνει την απαραίτητη σημασία;
Ευαγόρας: Ναι, γι’ αυτό υπάρχει και εξέλιξη. Αλλά ούτε οι διοικητικοί ούτε εμείς οι «μάχιμοι» είναι εύκολο να αποσπάσουμε την προσοχή του σημερινού νέου, που κυκλοφορεί με τα ακουστικά του iPod σχεδόν καρφωμένα στα αυτιά του.
Κώστας: Μήπως σήμερα σημείο εκκίνησης του μαθήματος πρέπει να είναι το περιεχόμενο του iPod;
Ευαγόρας: Πιθανόν ναι. Αυτό όμως δεν μπορεί να το φροντίσει το υπουργείο. Είναι θέμα του κάθε καθηγητή να βρει τον καλύτερο τρόπο να το κάνει. Μερικές φορές και τα αναλυτικά προγράμματα του δένουν τα χέρια. Γιατί χρειάζεται να καλύψει κάποια ύλη, που σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να μην είναι η ιδανική. Γιατί δεν υπάρχει ιδανική ύλη στη μουσική. Η διαδικασία είναι που έχει σημασία, όποια ύλη και να διδαχθεί, περισσότερο κι από την ίδια την ύλη.
Κώστας: Είναι εκεί που μαθαίνεις το πώς να μαθαίνεις συνεχώς.
Ευαγόρας: Έτσι είναι, γιατί, αν αντιληφθεί ο μαθητής το πώς να γνωρίσει διαδικαστικά ένα είδος μουσικής, θα μπορεί να ανακαλύψει οποιοδήποτε είδος. Αυτή είναι η ουσία. Να μπορεί να ευφρανθεί, να ψυχαγωγηθεί, να συγκινηθεί, να γιατρευτεί, να μπει βαθιά μέσα στη μουσική. Να καταλάβει τα χρώματα, την ποικιλία, την έκτασή της. Χρησιμοποιώ εδώ και χρόνια στα πρώτα μου μαθήματα ένα κοπάδι με ζώα. Ένα ηχογραφημένο κοπάδι που κινείται μέσα στον χώρο. Δεν είναι μουσικό κομμάτι, αλλά με βοηθάει στο να βάλω τους μαθητές σε μία διαδικασία αυτοσυγκέντρωσης και ακρόασης. Είναι λίγο τρελό και τους προκαλεί το ενδιαφέρον, προσπαθώντας να αναγνωρίσουν πώς κινείται το κοπάδι, πόσοι και ποιοι το κουμαντάρουν, τι λένε μεταξύ τους. Έτσι μαθαίνουν να δίνουν σημασία στη λεπτομέρεια και να αναγνωρίζουν την ομορφιά της. Όπως αργότερα, τα όργανα σε μια ορχήστρα.
Κώστας: Είσαι αισιόδοξος άνθρωπος;
Ευαγόρας: Ναι, είμαι από τη φύση μου έτσι. Έχω βέβαια και εγώ τις μεταπτώσεις μου, αλλά γενικά είμαι αισιόδοξος. Τα τελευταία πέντε χρόνια έχω λίγο πήξει από το χαρτομάνι, λόγω της προαγωγής μου στη θέση του βοηθού διευθυντή. Μιλάμε για γραφειοκρατία που δεν έχει καμία σχέση με τη μουσική και τη διδασκαλία της, αλλά… όσο ζω, ελπίζω (γέλια).
11 Νοεμβρίου 2009
Ο μουσικός και ο δάσκαλος Ευαγόρας Καραγιώργης Συνέντευξη στον Κώστα Σωτηρόπουλο. Τον Ευαγόρα Καραγιώργη και το νέο του δίσκο που τιτλοφορείται "ΣΑΝ ΕΤΟΙΜΟΣ ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ" φιλοξενούμε στο Μουσικόραμα
κι' αφήνουμε τον δάσκαλο και μουσικό να μας τα πει από καρδιάς κι' από.. διαννοίας!! Μας καταθέτει λοιπόν σκέψεις, ιδέες κι' ανησυχίες του..ώριμα και κατασταλλαγμένα.. κι' εμείς κρεμόμαστε απ' τα χείλη του.. "Μουσικόραμα"
Γεννήθηκε στην Τσάδα της Πάφου και μεγάλωσε σε μια πολυμελή μουσική οικογένεια που έφερε ως ευθύνη αξιοπρέπειας τη συγγένεια με τον ήρωα-ποιητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη.
Τον γνώρισα το ’89, όταν, ρωτώντας αυτοδίδακτους μουσικούς, προσπαθούσε να προβεί σε μια εμπεριστατωμένη μελέτη των ρεμπέτικων τραγουδιών που άκουγε κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Ν. Υόρκη. Ταπεινός και χωρίς ποτέ να κάνει γνωστές τις ακαδημαϊκές περγαμηνές του, άκουγε με προσοχή και
δέος μαθητή. Το προαίσθημά μου για την ποιότητά του επαληθεύτηκε πανηγυρικά, όταν μετά από λίγα χρόνια έγραψε το «Όνειρο» που τραγουδήσαμε όλοι. Από τότε κυκλοφόρησε τρεις δίσκους: «Το παλιό λαούτο» (1994), σε ποίηση Δ. Λιπέρτη, Μ. Πασιαρδή και του ιδίου, τους «Τόπους σε χρώμα λουλακί» (1998), σε στίχους του ιδίου, της Α. Χάβαρου και του Δ. Καραγιώργη, που περιείχε το περίφημο «Εκατό λογιών τόποι», το οποίο έγινε τραγούδι ύμνος για τα κατεχόμενα χωριά της Κύπρου, καθώς και το «Με δίχως τ’ ανοικτάριν» (2006), σε συνεργασία με τον κοντραμπασίστα Ειρηναίο Κουλλουρά. Ενδιάμεσα, το 2000, συμμετείχε στον ψηφιακό δίσκο «Το Χρονικό του Λεόντιου Μαχαιρά», σε στίχους Μ. Πιερή, συνεργαζόμενος με τον Κρητικό λυράρη Ψαραντώνη. Από το 1990 έγραψε μουσική για πολλές θεατρικές παραστάσεις του ΘΟΚ, της ΕΘΑΛ, του Σατιρικού και του ΘΕΠΑΚ, αλλά και έργα για κλασικά σύνολα, όπως η Κρατική Ορχήστρα Κύπρου και άλλα μικρότερα. Έργο μεστό, στο όποιο έρχεται να προστεθεί η έκδοση του «Σαν έτοιμος από καιρό», για φωνή και πιάνο, με μελοποιημένη ποίηση Καβάφη, Δροσίνη, Πασιαρδή, Πιερή και του ιδίου.Φυσικά, ο νέος δίσκος ήταν μόνο η αφορμή για την κουβέντα μας.
Σαν έτοιμος από καιρό, αλλά και διαφορετικός, από τον Ευαγόρα που γνωρίζαμε μέχρι τώρα τουλάχιστον στη δισκογραφία.
Συνέντευξη του Ευαγόρα Καραγιώργη από τον Κώστα Σωτηρόπουλο
Ευαγόρας: Οι τρεις δίσκοι που έκανα μέχρι τώρα ήταν ιδιωματικοί, με την έννοια ότι κυριαρχούσαν κυπριακοί στίχοι, κλίμακες και ρυθμοί. Αυτή η δουλειά είναι όντως διαφορετική, αλλά είναι και παλιά, γιατί από αυτό το μουσικό ύφος ξεκίνησα και το άφησα στην πορεία, για να ασχοληθώ με το κυπριακό τραγούδι. Ίσως να είναι μια ενδόμυχη επιθυμία να κατευθυνθώ ξανά προς άλλα δημιουργικά πεδία.
Κώστας: Όταν ξεκίνησες, δηλαδή πότε;
Ευαγόρας: Το 1976, που τελείωνα το λύκειο στη Λευκωσία, μελοποίησα την «Αγία Τράπεζα» του
Γεωργίου Δροσίνη
. Το 1986, αρχίζοντας μεταπτυχιακό στη Ν. Υόρκη με τον καθηγητή H. Weinberger, μελοποίησα την «Πόλη» του Κωνσταντίνου Καβάφη
. Και σποραδικά, στα χρόνια που πέρασαν, δοκίμαζα παρόμοιες προσεγγίσεις της ποίησης. Ακόμα και τα πέντε «μονοστινάτι» για πιάνο, που περιέχονται στον δίσκο, προέρχονται ως έμπνευση από την επίμονη ενασχόλησή μου, όταν σπούδαζα στην Αμερική, με το ύφος του μινιμαλισμού που καθιέρωσαν ο Philip Glass και άλλοι συνθέτες. Δούλευα τότε με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, αξιοποιώντας ελληνικές κλίμακες και έφτιαχνα ένα σύννεφο επαναλαμβανόμενων μελωδιών, δουλειά που είχα ολοκληρώσει.Κώστας: Τι είναι το «μονοστινάτι»;
Ευαγόρας: Είναι μία επαναλαμβανόμενη μουσική ιδέα (οστινάτο) στο αριστερό χέρι του πιανίστα. Αυτό που αναγνωρίζει ο κόσμος ως μοτίβο. Αλλά υπάρχουν κτισμένα πάνω στο μοτίβο μελωδικά θέματα που ερμηνεύει το δεξί χέρι και στις δικές μου συνθέσεις αγγίζουν ακόμα και την παράδοση.
Κώστας: Θα έλεγες ότι η ενασχόλησή σου τα τελευταία χρόνια με την Επαρχιακή Ορχήστρα Σχολείων Λευκωσίας είναι μια επιστροφή αξιοποίησης των κλασικών σπουδών σου;
Ευαγόρας: Ένιωθα ως ηθική υποχρέωση να αξιοποιήσω κάποια στιγμή αυτά που έμαθα δουλεύοντας μαζί με τα παιδιά σε ένα πιο επαγγελματικό επίπεδο. Ερχόμενος στην Κύπρο, μετά τις σπουδές μου, είχα πρώτα απ’ όλα την αγωνία να μπορέσω να ανταποκριθώ σωστά στην εκπαιδευτική διαδικασία. Μετά ήρθε η ξαφνική επιτυχία με το «Αχ Κερύνεια μάνα μου» (Το Όνειρο) και όλα τα άλλα στον χώρο της δημιουργίας θάφτηκαν. Το 2000 έγραψα ένα έργο για την Κρατική Ορχήστρα, βασισμένο σε έναν πίνακα του Διαμαντή. Εκτός από τους μουσικούς που το ερμήνευσαν, αμφιβάλω αν το πήρε είδηση κανένας άλλος.
Κώστας: Το «Όνειρο» επισκίασε το υπόλοιπο έργο σου;
Ευαγόρας: Απ’ ό,τι φαίνεται έτσι έγινε, γιατί μέχρι σήμερα με αυτό το τραγούδι με έχει ταυτισμένο ο πολύς κόσμος. Μερικές φορές και εγώ ακόμη καθηλώνομαι, όταν κάποιος πατέρας που με αναγνωρίζει, γυρνώντας στον δεκάχρονο γιο του, λέει: «Ξέρεις ποιος είναι αυτός; Έχει γράψει το Αχ Κερύνεια μάνα μου». Και το δεκάχρονο ξέρει για ποιο τραγούδι του μιλάει. Μετά από τόσα χρόνια που φτιάχτηκε, είναι εντυπωσιακό ότι ακόμη το μαθαίνουν τα παιδιά.
Κώστας: Έχει γίνει ύμνος. Το μαθαίνουν στα δημοτικά σχολεία. Αλλά εκτός από το θέμα της Κερύνειας, η καθ’ αυτό μελωδία περιέχει κάτι που γοητεύει και το κάνει να περνάει εύκολα. Έχεις αναλύσει το γιατί;
Ευαγόρας: Είναι γνωστό πως το τραγούδι πρώτευσε στον Πρώτο Διαγωνισμό Σύνθεσης Κυπριακού Τραγουδιού που είχε προκηρύξει το Τρίτο Πρόγραμμα του ΡΙΚ και ήταν μια έμπνευση του συνθέτη και του τότε υπευθύνου του Τρίτου,
Γιώργου Κοτσώνη
. Αλλά εκτός από την ένταση εκείνης της εποχής που το ανέδειξε ως το κατ’ εξοχήν τραγούδι για την κατεχόμενη Κερύνεια, υπάρχει και κάτι άλλο. Είχε προηγηθεί το 1991 μια συνεργασία μου στο ΡΙΚ, με τον Αντρέα Κωνσταντινίδη, για το έργο «Διπλός εγκλωβισμός» με τον Στέλιο Καυκαρίδη. Για κάποιες σκηνές που έδειχναν την επεξεργασία των καπνών στην Καρπασία έπρεπε να βρω την ανάλογη ταιριαστή μουσική. Ψάχνοντας λοιπόν μέσα στο βιβλίο του Σώζου Τομπούλη «Ρυθμοί και Μελωδίες της Κύπρου», βρήκα εκεί, εκτός από τη γνωστή καρπασίτικη φωνή, άλλη μία όχι και τόσο γνωστή. Την κράτησα στο μυαλό μου και αργότερα, δουλεύοντας επάνω στην κλίμακά της, μου προέκυψε η μελωδία για το «Όνειρο».Κώστας: Δηλαδή η μελωδική γραμμή του έχει την ευλογία της παράδοσης.
Ευαγόρας: Έτσι είναι. Πιστεύω ότι αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που διαδόθηκε τόσο εύκολα αυτό το κομμάτι.
Από την Τσάδα στη Ν. Υόρκη
Ευαγόρας: Στο σπίτι μου, στην Τσάδα, μεγάλωνα ακούγοντας συνεχώς μουσική από τα μεγαλύτερα αδέρφια μου, τον Σωτήρη και τον Στέλιο και από τον πατέρα μου που έπαιζε λαούτο. Έτσι άρχισα κι εγώ με μια κιθάρα. Ήμουν 15 χρονών, όταν το ’73, βλέποντας στην τηλεόραση τον Σταύρο Ξαρχάκο να διευθύνει και τον Νίκο Ξυλούρη να τραγουδάει το «Έβαλε ο θεός σημάδι», θυμάμαι ότι είπα στον εαυτό μου: «Θα ήθελα και εγώ να διευθύνω μια ορχήστρα σαν τον Ξαρχάκο». Τον Σεπτέμβρη του ’74, μετά την εισβολή, ήρθα στη Λευκωσία, στη Β’ Λυκείου της Τεχνικής Σχολής, αγκαλιά με την κιθάρα μου.
Κώστας: Ποιοι συνθέτες ήταν τα πρότυπα εκείνης της εποχής;
Ευαγόρας: Ο Γιώργος Κοτσώνης και ο Νάσος Παναγιώτου με τα πατριωτικά τους, αλλά και ο Στέλιος Αργύρης που είχε γράψει μερικά πολύ ωραία κομμάτια. Από την Ελλάδα, ο Μίκης Θεοδωράκης με τον Μάνο Λοΐζο. Ούτε η κυπριακή παράδοση ούτε μουσικές σαν του Μάνου Χατζιδάκι με ενδιέφεραν τότε. Ήταν η ατμόσφαιρα πολύ φορτισμένη από τον θυμό για την καταστροφή που είχε γίνει. Συμμετείχαμε συνεχώς, τραγουδώντας, σε διαδηλώσεις εμπρός στην Αμερικάνικη πρεσβεία και τη βιβλιοθήκη και σε ολονυχτίες στο Χίλτον.
Κώστας: Έγραψες τραγούδια, με αφορμή αυτά που ζούσες;
Κώστας: Ακόμη ούτε σκέψη για σπουδές;
Ευαγόρας: Όχι, μόνο όνειρα. Ήταν την περίοδο ’80-’81 που βρέθηκα για εφτά μήνες στο Λουξεμβούργο και εκεί άρχισα να ανιχνεύω κρυφά από την οικογένεια το πώς να σπουδάσω μουσική. Ερεύνησα πρώτα το ενδεχόμενο για το Πανεπιστήμιο Βρυξελλών, αλλά με δυσκόλευε η γλώσσα. Είχα εν τω μεταξύ αλληλογραφία με φίλους συμμαθητές που ήδη σπούδαζαν στη Νέα Υόρκη και όταν θα ξεκίναγε ο αδερφός μου Δημήτρης για να σπουδάσει εκεί, άρπαξα την ευκαιρία. Με πρόφαση ότι θα πήγαινα και εγώ για να τον βοηθήσω, δουλεύοντας ως μουσικός, γράφτηκα στο Queens College. Έτσι, τον Μάιο του 1981 βρέθηκα στη Νέα Υόρκη. Άρχισα με μαθήματα βελτίωσης της γλώσσας, αλλά όταν πρώτη φορά επισκέφθηκα το τμήμα μουσικής, βγαίνοντας έξω, ήξερα πλέον το μέλλον μου.
Κώστας: Σε πήγε γύρω-γύρω η ζωή, στο αρχικό σου όνειρο σε γύρισε.
Ευαγόρας: Ουσιαστικά άρχισα σπουδές Γενάρη του ’82, στα 24 χρόνια μου. Και χωρίς κανένα σοβαρό μουσικό εφόδιο, εκτός από έξι μήνες κιθάρα με έναν δάσκαλο στη Λευκωσία και μια κασέτα με πέντε τραγούδια μου που τους άφησα στη σχολή. Τα άκουσαν και με δέχτηκαν.
Κώστας: Τι ακολούθησε;
Ευαγόρας: Το ’86 ολοκλήρωσα τον πρώτο κύκλο σπουδών, συνέχισα με το μάστερ και άρχισα το διδακτορικό. Όταν ήρθε ο διορισμός μου στην εκπαίδευση το ’89, γύρισα στην Κύπρο, σκεφτόμενος ότι ίσως να επιστρέψω κάποτε να το τελειώσω, κάτι που δεν έγινε ποτέ.
Το μάθημα της μουσικής
Κώστας: Συμπληρώνεις 20 χρόνια ως καθηγητής μουσικής. Πώς ήταν στην αρχή και πώς είναι τώρα;Κώστας: Ήρθαν στιγμές που αγανάχτησες και σκέφτηκες να τα παρατήσεις;
Ευαγόρας: Ναι, ήρθαν και τέτοιες στιγμές, αλλά ήταν πιο ισχυρό το ότι ήθελα να τα καταφέρω σε αυτήν τη δουλειά. Θυμάμαι ότι πειραματιζόσουν συνεχώς με διδακτικές προσεγγίσεις που περιελάμβαναν ακόμη και λαϊκά μουσικά έργα, κάτι σπάνιο για τότε…
Παίρνει χρόνια να οργανώσεις αποτελεσματικά τέτοια μαθήματα. Για παράδειγμα, ένα από τα πιο ωραία μαθήματα που κάνω τα τελευταία χρόνια είναι το «Μακρύ ζεϊμπέκικο» του Διονύση Σαββόπουλου. Όπως και ο «Σταυρός του Νότου», σε ποίηση Νίκου Καββαδία και μουσική του Θάνου Μικρούτσικου. Και φυσικά Θεοδωράκη, Χατζιδάκι και ρεμπέτικα τραγούδια. Με την εμπειρία αποκτάς την άνεση να τα εντάσσεις στη διαδικασία της διδασκαλίας και να δημιουργείς. Υπήρξαν περιπτώσεις που μαζί με ολόκληρες φουρνιές μαθητών κάναμε πολύ ωραία πράγματα. Όπως στο Λύκειο Ακρόπολης, τα χρόνια μετά το ’95, που στήσαμε σημαντικές εκδηλώσεις, αλλά και δυνατές σχέσεις μεταξύ μας, οι οποίες κρατάνε μέχρι σήμερα που κοντεύουν πλέον τριαντάρηδες.
Κώστας: Τι δυσκολίες αντιμετωπίζεις σήμερα ως δάσκαλος;
Ευαγόρας: Σε κάθε εποχή το δύσκολο είναι να πείσεις ένα μέρος των παιδιών ότι υπάρχει και κάτι άλλο πολύ διαφορετικό από αυτό που είναι της μόδας και ακούνε συνεχώς. Δηλαδή να βρεις τον τρόπο να ανοίξουν τα αυτιά της ψυχής τους και σε άλλες μουσικές εμπειρίες. Στην πραγματικότητα προσπαθείς να προτείνεις κάτι με γοητευτικό τρόπο και όποιος θέλει το δοκιμάζει. Και καλό είναι να ξέρεις από πριν ότι δεν γοητεύονται πάντα όλοι.
Κώστας: Άλλαξαν πράγματα στο μάθημα της μουσικής μέσα σε αυτή την εικοσαετία;
Ευαγόρας: Πολλά. Βγήκαν βιβλία, άλλαξαν αναλυτικά προγράμματα, γίνονται τακτικά πια εκπαιδευτικές εκδηλώσεις και σεμινάρια και κυρίως ήρθαν νέοι συνάδελφοι, με σημαντικές σπουδές και φρέσκες ιδέες. Γενικώς είναι πιο ελεύθερες, αλλά και πιο πολύπλευρες οι προσεγγίσεις του μαθήματος.
Κώστας: Το αρμόδιο υπουργείο δίνει την απαραίτητη σημασία;
Ευαγόρας: Ναι, γι’ αυτό υπάρχει και εξέλιξη. Αλλά ούτε οι διοικητικοί ούτε εμείς οι «μάχιμοι» είναι εύκολο να αποσπάσουμε την προσοχή του σημερινού νέου, που κυκλοφορεί με τα ακουστικά του iPod σχεδόν καρφωμένα στα αυτιά του.
Κώστας: Μήπως σήμερα σημείο εκκίνησης του μαθήματος πρέπει να είναι το περιεχόμενο του iPod;
Ευαγόρας: Πιθανόν ναι. Αυτό όμως δεν μπορεί να το φροντίσει το υπουργείο. Είναι θέμα του κάθε καθηγητή να βρει τον καλύτερο τρόπο να το κάνει. Μερικές φορές και τα αναλυτικά προγράμματα του δένουν τα χέρια. Γιατί χρειάζεται να καλύψει κάποια ύλη, που σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να μην είναι η ιδανική. Γιατί δεν υπάρχει ιδανική ύλη στη μουσική. Η διαδικασία είναι που έχει σημασία, όποια ύλη και να διδαχθεί, περισσότερο κι από την ίδια την ύλη.
Κώστας: Είναι εκεί που μαθαίνεις το πώς να μαθαίνεις συνεχώς.
Ευαγόρας: Έτσι είναι, γιατί, αν αντιληφθεί ο μαθητής το πώς να γνωρίσει διαδικαστικά ένα είδος μουσικής, θα μπορεί να ανακαλύψει οποιοδήποτε είδος. Αυτή είναι η ουσία. Να μπορεί να ευφρανθεί, να ψυχαγωγηθεί, να συγκινηθεί, να γιατρευτεί, να μπει βαθιά μέσα στη μουσική. Να καταλάβει τα χρώματα, την ποικιλία, την έκτασή της. Χρησιμοποιώ εδώ και χρόνια στα πρώτα μου μαθήματα ένα κοπάδι με ζώα. Ένα ηχογραφημένο κοπάδι που κινείται μέσα στον χώρο. Δεν είναι μουσικό κομμάτι, αλλά με βοηθάει στο να βάλω τους μαθητές σε μία διαδικασία αυτοσυγκέντρωσης και ακρόασης. Είναι λίγο τρελό και τους προκαλεί το ενδιαφέρον, προσπαθώντας να αναγνωρίσουν πώς κινείται το κοπάδι, πόσοι και ποιοι το κουμαντάρουν, τι λένε μεταξύ τους. Έτσι μαθαίνουν να δίνουν σημασία στη λεπτομέρεια και να αναγνωρίζουν την ομορφιά της. Όπως αργότερα, τα όργανα σε μια ορχήστρα.
Κώστας: Είσαι αισιόδοξος άνθρωπος;
Ευαγόρας: Ναι, είμαι από τη φύση μου έτσι. Έχω βέβαια και εγώ τις μεταπτώσεις μου, αλλά γενικά είμαι αισιόδοξος. Τα τελευταία πέντε χρόνια έχω λίγο πήξει από το χαρτομάνι, λόγω της προαγωγής μου στη θέση του βοηθού διευθυντή. Μιλάμε για γραφειοκρατία που δεν έχει καμία σχέση με τη μουσική και τη διδασκαλία της, αλλά… όσο ζω, ελπίζω (γέλια).
Κώστας Σωτηρόπουλος
11/2009Ευχαριστούμε δάσκαλε για την ωραία συζήτηση, κι' ευχόμαστε, όταν ζητάς κάτι απ' τη ζωή, εκείνη... νάναι.. "σαν έτοιμη από καιρό" για να στο δώσει....
Ευχαριστούμε και τον Κώστα Σωτηρόπουλο για την παραχώρηση της συνέντευξης που έγινε για λογαριασμό της κυπριακής εφημερίδας Καθημερινή
"ΜΟΥΣΙΚΟΡΑΜΑ"
Καραγιώργης Ευαγόρας: Βιογραφικό & δισκογραφία
| σαν έτοιμος από καιρό Ο νέος δίσκος του Ευαγόρα Καραγιώργη με οκτώ τραγούδια για φωνή και πιάνο και πέντε μονοστινάτι για πιάνο. Οι ηχογραφήσεις του δίσκου πραγματοποιήθηκαν με τη συμμετοχή του Μανώλη Νεοφύτου στο πιάνο και των Ανδρέα Καρακότα, Παυλίνας Κωνσταντοπούλου και Αλέξη Αναστασίου στο τραγούδι. |
Αποκλειστικές Συνεντεύξεις στο "Μουσικόραμα"
Προηγούμενη
Επόμενη



































