| 01 Ιανουαρίου 2012
Πάντα ανήσυχος και πιο ώριμος από ποτέ, ο καταξιωμένος και ένας από τους πιο έντιμους καλλιτέχνες αυτού που αποκαλούμε «σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος», ο Ρένος Χαραλαμπίδης, επέστρεψε φορώντας μαύρο κοστούμι.
Ένα επίσημο ένδυμα που συνοδεύει τη θλίψη: τέσσερις άντρες, τα «κοράκια», ή τα «4 Μαύρα Κουστούμια» όπως είναι ο τίτλος της ταινίας, κουβαλούν ένα φέρετρο και το μεταφέρουν με τα πόδια, για να πραγματοποιήσουν την ευχή του μακαρίτη. Σημασία, ασφαλώς, έχει το ταξίδι: κουβαλώντας τον θάνατο με τα χέρια, οι ήρωες της ταινίας συνειδητοποιούν πως ψάχνουν τον κατάλληλο δρόμο για να φτάσουν στην ίδια τη ζωή. Ανάμεσα στους κάμπους και στα κίτρινα από τα στάχια τοπία, μία παραφωνία είναι αυτά τα τέσσερα μαύρα κοστούμια: στο μυαλό τους γυροφέρνουν τα χαμένα στοιχήματα από τ’ άλογα και τον τζόγο, οι πεταμένες ευκαιρίες, τα κρυμμένα τους μυστικά. Τα βήματα βαραίνουν όσο η ταινία «περπατάει». Στην πορεία, οι ήρωες θ’ ανακαλύψουν πως η ζωή είναι τελικά αυτή που τους φοβίζει περισσότερο, περισσότερο από τον θάνατο. Και πού να ξαποστάσουν…;
Αν η μουσική είναι ένα ένδυμα που «ντύνει» την ταινία, ο Ρένος Χαραλαμπίδης, ο καλλιτέχνης που εδώ και χρόνια αφήνει το δικό του στίγμα στον ελληνικό κινηματογράφο, κατασκεύασε το… ιδανικό κουστούμι για την 4η του σκηνοθετική δουλειά «Τα 4 μαύρα κουστούμια». Το soundtrack της ταινίας αποτελεί μία ευχάριστη έκπληξη, τόσο γιατί συνοδεύει λειτουργικά την πορεία της ταινίας, όσο και γιατί «περπατά» και μόνη της. Μουσική που είναι πλασμένη για να γίνει το φιλαράκι σου, ο σύντροφός σου στην αναζήτηση και στο ταξίδι. Είναι ένας σκοπός ξέγνοιαστος, «αθώος» όπως και τα όργανα που τον δημιουργούν, μουσικές ζυγισμένες με ακρίβεια έτσι ώστε να μην σε «κλέβουν», παρά μόνο μεταφορικά. Όπως έντιμες και διάφανες είναι οι προθέσεις του δημιουργού σε κάθε ταινία που μας έχει χαρίσει, έτσι «διάφανη» είναι και η μουσική που μέσα από τα μαύρα, φορά πολύχρωμα ρούχα. Η μουσική που συνέθεσε κι επιμελήθηκε ο Ρένος Χαραλαμπίδης είναι φτιαγμένη απ’ όλα τα γήινα χρώματα, αγκαλιάζει όλα τα επίπεδα κι εύκολα μεταβάλλει την λύπη σε χαρά, τον φόβο σε ελπίδα, την μελαγχολία σε γλυκιά ανάμνηση.
Είναι μαγικό πως κάποιοι άνθρωποι, με λίγες νότες αλλά με αρκετή ευαισθησία, κατορθώνουν να αποτυπώσουν τόσα ανάμικτα συναισθήματα και να τα χωρέσουν σε ένα μουσικό θέμα. Μίνιμαλ ήχος που κουβαλά «βαριά νοήματα»; Ναι. Ο ίδιος ο “no budget story” κινηματογράφος του δημιουργού είναι που απαιτεί κάτι τέτοιο. Στις ταινίες του Χαραλαμπίδη, τίποτα δεν είναι φτηνό αλλά και τίποτα δεν προϋποθέτει ένα γερό budget για να κερδίσει την αγάπη μας. Οι φτωχοδιάβολοι-πρωταγωνιστές του είναι οι άνθρωποι της διπλανής… κερκίδας, οι φίλοι μας, κάποιοι που ξέραμε και αναρωτιόμαστε που τους έχει πάει η ζωή… Άνθρωποι πραγματικοί, όπως πραγματική είναι και η φύση, το φέρετρο, η μουσική. Σε ένα τέτοιο ρεαλιστικό αλλά ποιητικό αισθητικά, περιβάλλον, η μουσική χρωστάει λοιπόν κάτι και στο όνειρο και στην πραγματικότητα. Βαδίζει στην αλήθεια με τα φτερά του ονείρου. Και όπως το ταξίδι στην αυτογνωσία συνεχίζεται, η μουσική επαναλαμβάνεται, ένα γλυκόπικρο μοτίβο, ένας σκοπός που σου κολλάει στο μυαλό και σε ακολουθεί στα βήματά σου. Τελικά, στις ταινίες του Χαραλαμπίδη (που εκτιμούμε ιδιαίτερα ως κινηματογραφιστή και όχι μόνο εμείς - αναφερόμαστε στο βιβλίο του Andrew Horton «Ο κινηματογράφος του απρόοπτου – 2 κείμενα για τις ταινίες του Ρένου Χαραλαμπίδη» όπου ο καθηγητής κινηματογράφου που υπογράφει το βιβλίο μελετά τον δημιουργό και γράφει ότι ο Χαραλαμπίδης προτείνει ένα νέο είδος κινηματογράφου- όλα είναι πραγματικά και συγχρόνως μαγικά. Και όταν οι τίτλοι τέλους πέσουν, η μουσική εμπειρία συνεχίζει το ταξίδι της, καθώς πρόκειται για ένα soundtrack που ακούγεται και χωρίς τη συνοδεία εικόνας, προσφέροντας μάλιστα το κατάλληλο «χαλί» για να «περπατήσουν» τα σενάρια της δικής μας ζωής
Αυτή τη φορά λοιπόν ο πολυτάλαντος κύριος Χαραλαμπίδης συνέθεσε μουσική και η μουσική που συνέθεσε, μας άρεσε. Γιατί όχι; Μέσα στις συλλογές που περιέχουν μουσικά θέματα από ταινίες, με ονόματα τρανταχτά και με τα ιερά τέρατα του χώρου, υπάρχει θέση και για αυτήν την αγαπημένη μουσική που στέκεται επάξια δίπλα στους «παλιούς». Όσο γυριζόταν η ταινία, ο δημιουργός παράλληλα συνέθετε το μουσικό τοπίο. Όσο οι ήρωες περπατούσαν για να ανακαλύψουν πως τελικά η ζωή είναι που τους φοβίζει και όχι ο θάνατος, η μουσική συντρόφευε το ταξίδι. Επειδή όμως στις ταινίες του Χαραλαμπίδη κυριαρχεί ο αυθορμητισμός, το χιούμορ, τα απρόοπτα, κοινώς, τίποτα δεν μένει κρυφό από τον θεατή, η μουσική δεν βρίσκεται εδώ για να τονώσει την εικόνα, ούτε για να την υποστηρίξει, αλλά απλά για να τη συντροφέψει. Να «μιλάει» όποτε έχει κάτι να πει…
Το πιάνο μέσα στην ερημιά δεν θα μπορούσε να είναι φλύαρο. Το βιολί δεν βρίσκεται εδώ για να κλέψει την παράσταση. Τα μουσικά όργανα είναι απλά, πλασμένα από το υλικό των ονείρων: βιμπράφωνο, μελόντικα, βιολί… Το βαλσάκι, δεν φτάνει στην κορύφωση, είναι πικρό και μελαγχολικό, συμμετέχει διακριτικά αλλά εύστοχα. Ανάλαφρη, γλυκιά μουσική, μουσική που σου θυμίζει πως κάτι χάθηκε αλλά και πως τίποτα δεν έχει ακόμα χαθεί. Έτσι είμαστε και οι άνθρωποι, ελαφριοί, αλλά φορτωμένοι προβλήματα, προβλήματα που κάνουν τα βήματα βαριά και το ταξίδι αβάσταχτο, βαδίζοντας εξάλλου προς ένα τέλος προδιαγεγραμμένο. Βάζουμε στοιχήματα με τη ζωή και τα χάνουμε. Και τελειώνοντας, ας βάλουμε ένα ακόμα στοίχημα που πιστεύουμε ότι δεν θα το χάσουμε: αν ακούσετε το soundtrack της ταινίας θα εκπλαγείτε και θα το αγαπήσετε!
Φαίη Σταϊκοπούλου



























